Η αστάθεια των νέων αστικών συνθηκών και οι ανθρώπινες μετακινήσεις λόγω πολέμων και φυσικών καταστροφών οδήγησε τους αρχιτέκτονες στα τέλη της δεκαετίας του 50 σε μια κρίση. Η Μοντέρνα φονξιοναλιστική πόλη δεν απέδωσε δημοφιλείς χώρους για τους χρήστες. Η σύσταση της ομάδας TEAM Χ υπό την καθοδήγηση των Alison και Peter Smithson φανερώνει την απόσπαση από τις ιδέες της Χάρτας των Αθηνών και θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της ταυτότητας του χρήστη μέσα στο αστικό περιβάλλον. Όπως διαφαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα της TEAM Χ, η ομάδα στοχεύει στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της φυσικής μορφής του αστικού χώρου και των κοινωνικό-ψυχολογικών αναγκών των χρηστών.
’ Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με τη δική του εστία αλλά όχι τόσο εύκολα με την πόλη μέσα στην οποία είναι τοποθετημένη η κατοικία του. Το ‘ανήκω’ είναι βασική συναισθηματική ανάγκη με ιεραρχικά απλούστατους συνειρμούς. Από το ‘ανήκω’ δηλ. την ταυτότητα προκύπτει η πλούσια σχέση μεταξύ των γειτόνων. Εκεί που το παλιό στενό δρομάκι της φτωχογειτονιάς επιτυγχάνει, η μελετημένη ευρυχωρία των σύγχρονων αστικών μορφών αποτυγχάνει.
Στην αναζήτηση νέων μορφών που επαναπροσδιορίζουν τις παλιές έννοιες της γειτονίας επιστρατεύτηκαν η επιστήμη της κοινωνιολογίας και της περιβαλλοντολογικής ψυχολογίας. Η περιβαλλοντολογικής ψυχολογία (Psychogeography)είναι μια τεχνική καταγραφής και κατανόησης της επίδρασης του εξωτερικού περιβάλλοντος στο ανθρώπινο μυαλό και αντίστροφα. Κάθε γραφή που καταφέρνει να αιχμαλωτίσει αυτήν την προβολή των συνασθημάτων και των διαθέσεων στην πόλη και στο τοπίο συμβάλει στην καλύτερη κατάνόηση της πόλης. Μέσα από ποίηση, λογοτεχνία, θεατρικά έργα, περιοδικά, κόμιξ, τραγούδια, κιν/φο, διαφημιστικά σλόγκαν εντoπίζουμε στιγμές, που αν τοποθετηθούν μαζί κάνουν δυνατή την ανάγνωση της ιστορίας της πόλης, την χαρτογράφηση της ατμόσφαιρας και της διάθεσης της.
Η ψυχογεωγραφία είναι το σημείο όπου συναντιούνται η ψυχολογία και η γεωγραφία για να αναλύσουν την συναισθηματική επίδραση του αστικού περιβάλλοντος. Η σχέση μεταξύ της πόλης και των κατοίκων της μετριέται με δύο τρόπους-πρώτον μέσα από μια φανταστική ή λογοτεχνική διάθεση και δεύτερον περπατώντας την πόλη με τα πόδια.
Με ψυχογεωγραφικούς όρους συντάσσει ο Debord το 1955 τον οδηγό της πόλης του Παρισιού(Psychogeographic guide of Paris). Ο χάρτης του Παρισιού έχει κοπεί στα διάφορα σημεία που θεωρούνται ως ξεωριστές γειτονιές από μερικούς ανθρώπους. Η νοητή απόσταση μεταξύ τους απεικονίζεται στην διασπορά των κομματιών του χάρτη. Με την περιπλάνηση, το να αφήσει δηλαδή τον εαυτό του να παρασυρθεί, καθένας μπορεί να οδηγηθεί στην ανακάλυψη της δικής του γειτονιάς. Ο Debord και οι καταστασιακόι αποκωδικοποίησαν το πρόβλημα της ανάγνωσης της χαώδους πόλης μέσα από ψυχογεωγραφικές τεχνικές.
Η ψυχογεωγραφία ανακάλυψε την παλία τεχνική του flanerie, της περιπλάνησης στην πόλη με σκοπό να καταλάβει καλυτερα την πολιτιστική και γεωγραφική δυναμική του. Ο όρος είναι δανεισμένος από τον Μπωντλαιρ και αφορά τον πρόσφυγα, το εφήμερο, το ενδεχόμενο, ιδέες που κυριαρχούν και στο έργο του καταστασιακού Constant .
Ο Constant διακήρυττε το 60 ότι ‘είμαστε στη διαδικασία να γίνουμε νομάδες’ , οραματιζόμενος τη Νέα Βαβυλώνα(New Babylon) μια πόλη όπου η μετακίνηση των ατόμων εμπεριέχει την μεταλλαγή της αρχιτεκτονικής. Η Νέα Βαβυλώνα είναι ένας χάρτης, ένας χώρος που μετετράπη σε όχημα και διάνυσμα από τις μετακινήσεις. Ο Constant επηρεάστηκε από τις ιδέες για τις ‘ κινητικές αστικές καταστάσεις’ που υπερασπίστηκαν ο Debord και οι καταστασιακοί ,από τις ΄mega-structures’ που πρότειναν οι και από τις ιδέες των Alison και Peter Smithson για την ‘ακατάπαυστη αλλαγή’. Η Νέα Βαβυλώνα είναι μια συνεχώς μεταβλητή κατασκευή όπου η τέταρτη διάσταση, η διάσταση του χρόνου παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο.
Το έργο του Constant ασκεί επίδραση και στην όμαδα των Archigram που έλκονται γενικά από τους καταστασιακούς. Περισσότερο θεωρητικοί παρά πρακτικοί ,όπως είναι οι Alison και Peter Smithson, η ομάδα των Archigram άρχισε να δουλεύει ως κολεκτίβα κάτω από μια σημαντική έκθεση που έγινε στο Ινστιτούτο σύγχρονής τέχνης στο Λονδίνο. Η αρχιτεκτονική εμπειρία, όπως την συνέλαβαν οι Archigram δεν σχηματίζεται μόνο από το κτισμένο περιβάλλον συγκεκριμένα το θεωρούν μικρό παράγοντα. Χαρακτηριστικά λένε ότι 'όταν βρέχει στην Oxford street η αρχιτεκτονική δεν είναι πιο σημαντική από την βροχή, μάλιστα ο καιρός έχει πολλά περισσότερα να κάνει με τον παλμό της πόλης εκείνη τη στιγμή. Στην έκθεση της ‘Living City’ γίνεται προσπάθεια να καταμετρηθεί η αστική εμπειρία έξω από χάρτες, σχέδια και στατιστικές αναλύσεις και να εστιάσει σε εικόνες της καθημερινής ζωής, στα κρυφά όνειρα και τις επιθυμίες του κατοίκου της πόλης.
Η σύγχρονη θεωρητική σκέψη για την πόλη συγκεντρώνεται ακόμα γύρω από το ζήτημα της συνεχούς αλλαγής. Τα πάντα φαίνεται να συμμετέχουν σε μια συνεχή διαδικασία μετασχηματισμών, αποτέλεσμα της συσπείρωσης και αποσυσπείρωσης του ψηφιακού κόσμου. Το αρχιτεκτονικό αντικείμενο, κλειστό στον εαυτό του, αντικαταστάθηκε από καινούργιες fractal γεωμετρικές μορφές, που τοποθετούν το τοπικό σε επαφή με τον παγκόσμιο. Ο κόσμος δεν διακρίνει πλέον το χώρο και τη μορφή ως δύο διαφορετικές οντότητες. Αντιθέτως μιλάει με όρους τοπομορφολογίας, μορφολογίας και μορφογέννεσης του χώρου. Ο γεωγραφικός χάρτης δεν είναι πλέον μόνο μια οργάνωση του χώρου, αλλά ένα πλήρως ανατρεπτικό διαδικαστικό εργαλείο, που επεξεργάζεται πολλές διαφορετικές διαστάσεις(κοινωνιολογικές, οικονομικές, κλιματικές).Η πάλαι πότε διχοτόμηση του φυσικού τοπίου και της τεχνητής κατασκευής παύει να υπάρχει. Εισάγονται έννοιες όπως τεχνητή οικολογία και ψηφιακή φύση. Αυτό που προσφέρει ο γεωγραφικός χάρτης στους αρχιτέκτονες είναι δίκτυο, πλέγμα ,υφάσμα και ενδοδίκτυο όπου διασταυρώνονται το φυσικό και το τεχνητό. Ο χάρτης είναι κάτι που εκτελεί. είναι μεταβλητό. Ενεργοποιεί τα πραγματικά στοιχεία του εδάφους που προβάλλει σε αυτό σε όλη τους την πολυπλοκότητα. Όπως παρουσίασαν οι Deleuze και Guattari ο χάρτης είναι ένα ρίζωμα με πολλές διαφορετικές εισόδους ,μια οργάνωση διασύνδεσης μεταξύ διαφορετικών αναπαραστατικών διαταγών.
Ο χάρτης εδώ παρουσιάζεται στη λειτουργία της μεταβλητής χωρητικότητας, ως επιστροφή στην αναφορά που συντάσσεται από αφαίρεση και ομοιότητα. Δεν είναι μια γραφική απεικόνιση, αλλά ένα μεταφραστικό εργαλείο μεταξύ της αρχιτεκτονικής μορφής και του φυσικού ή τεχνητού περιβάλλοντος. Βρίσκεται στο μεταίχμιο του γνωστικού τομέα και της ενδοεπικοινωνικής σφαίρας. Δεν αποσκοπεί στο να μετρήσει ή να πληροφορήσει μια συγκριτική σχέση μεταξύ πραγματικότητας και αναπαράστασης .Ο χάρτης είναι αυτό που εμποτίζει την αρχιτεκτονική με ένα υπονοούμενο εικονικής μετακίνησης και την καθιστά μη-μεταβιβάσιμη. Έχει μετατραπεί σε ροή.













